Τρίτη, 30 Σεμπτεμβρίου 2014

Τελευταία Νέα

25.04.2012 Σπυρο.Ν.Καλλιντερη (Σουλιμανη)
04.03.2012 ΑΠΟΚΡΙΕΣ 2012
28.02.2012 Απόκριες 2012
Περισσότερα

Φωτογραφικό Υλικό

1
Αρχική Το Χωριό Ιστορία Δημοτικά Τραγούδια

Δημοτικά Τραγούδια

ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Από την Συλλογή του Κων/νου Ν Μπακόπουλου

Η Συλλογή Αφιερώνεται

 

Σε όλου εκείνους που έφυγαν νέοι

- Και δεν πρόλαβαν να χαρούν και να τραγουδήσουν

όσο έπρεπε και θα ήθελαν.

- Σε όλους εκείνους που συνεχίζουν την παράδοση

των Δημοτικών Τραγουδιών εντός και εκτός

Κουτσοχέρας

Σε όλα τα νέα παιδιά της Κουτσοχέρας.

 

Στον   Πατέρα μου

Νίκο Κ Μπακόπουλο

Στα παιδιά μου

Νίκο κ΄

Διονύση-Παντελεήμωνα

 

Η Συλλογή Περιλαμβάνει

Απολυτίκια

Δημ. Τραγούδια

Μοιρολόγια

Παροιμίες

 

 

Αυτοσχεδιασμός

 

Ο δρόμος Μακρύς

Η λαχτάρα της ψυχής

 

Ήχοι ακούγονται

Σαν μια συμφωνία

Κελάιδισμα το λένε ή

Μουσική

 

Στην Κοινωνία της αφθονίας

Της αποξένωσης και της μοναξιάς

Τα τραγούδια μας

Είναι πάντοτε επίκαιρα

Και δροσερά λουλούδια.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

« Τα Δημοτικά τραγούδια είναι αγνά αγριολούλουδα που φύτρωσαν απάνω στις

καθαρές και βασανισμένες βραχόπετρες , όπου τις δέρνει ο πόνος , μα που

φεγγοβολάνε σαν διαμάντια από τον Ήλιο, και που Ξεπλένονται από την

καθαρή βροχούλα. »

Φ. Κόντογλου

 

Οι εποχές αλλάζουν.

Τα χρόνια κυλάνε σαν νερό.

Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν.

Η ζωή και ο τρόπος έκφρασης από γενιά σε γενιά αλλάζει.

Σταθερό σημείο αναφοράς πάντοτε σε όλες τις κοινωνικές μας εκδηλώσεις

Είναι τα Δημοτικά μας Τραγούδια.

Λέξεις απλές , μεστές , που πολλές φορές έχουν τέτοιο βάθος και σημασία που αφήνουν τη σκέψη ελεύθερη να καλπάσει δια μέσου των αιώνων, και να σχηματίσει εικόνες που θα ζήλευε και ο καλλίτερος ζωγράφος.

Από τέτοιες φράσεις-κουβέντες μέσα από μια τόσο πλούσια γλώσσα σαν τη δική μας,

με ποικιλία λέξεων για το ίδιο εννοιολογικό αντικείμενο, φτιάχτηκαν οι στίχοι που συνθέτουν τα τραγούδια μας.

Στίχοι βγαλμένοι μέσα από τα βάθη της ψυχής μας , απλοί άνθρωποι άκουσαν τη φωνή της καρδιάς τους, με ξεκάθαρο μυαλό γεμάτο συναισθήματα, όπως όταν ξεχείλιζε το ποτήρι της χαράς και της ευτυχίας, ή όταν άδειαζε το ποτήρι του πόνου, η ελπίδα ξυπνούσε, ο έρωτας άνθιζε, η τιμή, η δόξα, ο ηρωισμός, η θρησκεία, τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, έπαιρναν άλλες διαστάσεις και μέτρο, δημιούργησαν τραγούδια διαχρονικά, τα δημοτικά μας τραγούδια.

« Δεν είναι μνημεία ποιητικά μόνο αλλά ιστορικά και λαογραφικά » όπως γράφει ο Νίκος Πολίτης.

Με τον όρο Δημοτικά τραγούδια δεν πρέπει να ξεχνάμε και ένα άλλο είδος στίχων, τους που αναφέρονται στον πόνο και στην λύπη, τα γνωστά σε όλους μας Μοιρολόγια, επίσης τα τραγούδια των μεγάλων γιορτών της χριστιανοσύνης τα Κάλαντα εντάσσονται στο ευρύτερο φάσμα της λαικής μας μούσας.

Έτσι και στη γενέτειρα μας την Κουτσοχέρα στο όμορφο αυτό χωριό τη Ηλείας με αντικειμενικά κριτήρια, πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν μεγάλωσαν μ αυτά τα ακούσματα, από το νανούρισμα ακόμα στην κούνια που έλεγαν οι μανάδες μας. Ήταν ένας ασφαλής τρόπος μετάδοσης και συνέχειας στην παράδοση, από τον παππού στον πατέρα, και από τον πατέρα στο παιδί. Πέρασαν τόσες και τόσες γενιές, η παράδοση όμως συνεχίζεται και σήμερα.

Τώρα οι εποχές έχουν αλλάξει η εργασία, ο τρόπος ζωής μας, οι κοινωνικές μας εκδηλώσεις τείνουν να πάρουν άλλη μορφή έκφρασης. Πολλοί έχουμε φύγει από το χωριό μας την Κουτσοχέρα, είτε εντός είτε εκτός Ελλάδος, όμως σε όποια γωνιά του κόσμου υπάρχουν Κουτσοχεραίοι σε οποιαδήποτε κοινωνική μας εκδήλωση, πηγή και κεντρικός μας άξονας στη χαρά και στο γλέντι μας είναι εκείνα τα απλά στιχάκια της Δημοτικής μας μούσας.

Τα ακούσματα αυτά που έχουμε και μείς από του γεροντότερους, πρέπει όπως έκανα και οι παλιότεροι να φροντίσουμε ώστε αυτοί οι δημοτικοί στίχοι να περάσου στα νέα παιδιά, να μην σβήσου αλλά να συνεχίσουν να υπάρχουν, όλος αυτός ο πλούτος, ο χείμαρρος, το είναι της λαικής μας έκφρασης. Έτσι και αυτή η συλλογή ας μου επιτραπεί απευθύνεται στη νέα γενιά για να μάθουν τα δημοτικά μας τραγούδια αυτή τη γνήσια και πηγαία μουσική, χωρίς αλλοιώσεις και προσμίξεις, και πρότυπα έξω από τη δική μας ιδιοσυγκρασία, αλλά και στους πιο παλιούς να ξαναθυμηθούν κάποιους ξεχασμένους στίχους, που ακούστηκαν και τραγουδήθηκαν στο χωριό μας.

Το ερέθισμα για να μαζέψω όλα αυτά τα τραγούδια ήρθε σε μια περίοδο που και ΄γω άρχισα να συμμετέχω ενεργά σε τέτοιες εκδηλώσεις. Άκουγα του μεγαλύτερους να τραγουδάνε κάποια δύσκολα και σπάνια τραγούδια, ήθελα και ΄γω να τραγουδήσω μαζί τους, όμως δεν τα ήξερα και δεν υπήρχαν πουθενά γραμμένα να τα ιδώ – να τα διαβάσω – να τα μάθω. Τότε μου γεννήθηκε η σκέψη να προσπαθήσω όλους αυτούς τους στίχους, να τους μεταφέρω στο χαρτί, ώστε αφ΄ ενός μεν να μπορούμε όλοι εμείς να τους διαβάσουμε σε μια ενιαία συλλογή, αφ΄ ετέρου να διασωθούν από τη λησμονιά και το πέρασμα του χρόνου.

Δεν ξέρω πόσο τα κατάφερα ή τι κατάφερα με αυτή την εργασία, μάζεψα όσα μπορούσα, είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλά ακόμα τραγούδια που δεν μπόρεσα να  καταγράψω. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι οι γεροντότεροι που γνώριζαν κάποια σπάνια τραγούδια είτε δεν μπορούσαν να θυμηθούν, είτε σιγά – σιγά έχουν φύγει για το μεγάλο τους ταξίδι.

Θεώρησα σκόπιμο προς διευκόλυνση του αναγνώστη να χωρίσω το υλικό αυτό σε τέσσερα τμήματα.

 

Α. Στο πρώτο τμήμα αναφέρονται τα τροπάρια των τριών Αγίων προστατών του        χωριού μας Προφήτη Ηλία – Αη Γιώργη – Αγίων Θεοδώρων.

 

Β. Στο δεύτερο τμήμα γράφονται τα τραγούδια του χορού και του τραπεζιού.

 

Γ. Στο τρίτο τμήμα γίνεται παράθεση στα μοιρολόγια η έκφραση του πόνου και τη       λύπης, που αποδίδονται με ιδιαίτερο τρόπο.

 

Δ. Στο τέταρτο τμήμα αναφέρονται οι Παροιμίες – εκφράσεις που λέγονται στο χωρίο   μας.

Πολλά από τα τραγούδια έχουν ως προς το μέτρο, ή ως προς το νόημα ακρωτηριασμένους στίχους, και υπάρχουν περιπτώσεις που δεν έχουν καταγραφεί όλοι οι στίχοι ενός τραγουδιού. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν ήσαν γνωστοί και οι υπόλοιποι στίχοι στο χωριό μας, ή ξεχάστηκαν στο διάβα των χρόνων. Πιστεύω λοιπόν ότι με το να συμπληρωθούν από κάποιες μεγάλες συλλογές δεν θα ωφελούσε και πολύ από την άποψη ότι αυτοί οι στίχοι έχουν καταγραφεί στο νου και στη ψυχή μας.

Από ιστορικής άποψης βέβαια όσο είναι δυνατόν συμπληρώνονται για να μείνουν τουλάχιστον γραμμένοι στο χαρτί. Ένα άλλο στοιχείο είναι η γλώσσα, διατήρησα τη φωνητική καταγραφή θεωρώντας ότι είναι αναπόσπαστο στοιχείο των τραγουδιών μας και τονίζει το λαικό χαρακτήρα τους. Είναι δείγμα της προφορικότητας του λόγου μιας συγκεκριμένης εποχής και της περιοχής μας.

Εκτός από τα δημοτικά μας τραγούδια θεώρησα σκόπιμο σε αυτή τη συλλογή να καταγραφούν όσο είναι δυνατόν οι παροιμίες εκφράσεις του χωριού μας.

Το απόσταγμα της λαικής μας σοφίας εκφράζοντας όλες τις πτυχές σε όλα τα στάδια της ζωής μας, και όπως και στα τραγούδια παραθέτονται με την προφορικότητα του λόγου. Είναι ένα θέμα πολύ μεγάλο και που ίσως χρειάζεται ιδιαίτερη μελέτη.

Κλείνοντας τη μικρή αυτή τη μικρή αυτή αναφορά αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω όλους όσους με βοήθησαν από την αρχή, και στήριξαν την προσπάθεια μου αυτή, επίσης ζητώ την κατανόηση του αναγνώστη για τυχόν λάθη ή παραλήψεις.

Σήμερα μια συλλογή Δημοτικών τραγουδιών, έχει στην εποχή μας τη σκοπιμότητα της, να διασωθούν δηλαδή τα ποιητικά αριστουργήματα της Λαικής μας μούσας, αλλά κι ένας ασφαλής δρόμος αυτογνωσίας.

Αναμφισβήτητα μέσα από αυτόν τον πλούτο ζει και πάλλεται ενιαία η ψυχή μας, των θρύλων, των ηρώων, του πόνου, της λύπης, της αγάπης, υμνούνται η παλικαριά, η λεβεντιά οι αγώνες και οι ηρωισμοί, δοξολογούνται η χαρά και ο έρωτας των ανθρώπων, γίνονται μοιρολόι ο πόνος και η δυστυχία.

Αυτό που μένει μέσα μας είναι το άρωμα από τα αγριολούλουδα, το φως από τα διαμάντια που φεγγοβολάνε στον Ήλιο, τη δροσιά από την καθαρή βροχή πάνω στις βραχόπετρες.

 

Κωνσταντίνος Ν Μπακόπουλος

 

 

ΚΑΠΟΙΕΣ       ΣΚΕΨΕΙΣ

Μήτε πέννα πιάσανε στα χέρια τους, μήτε χαρτί, μηδέ μελάνι. Από την καρδιά τους ανέβηκε στο στόμα, και από το στόμα βγήκε όπως λαλεί το πουλί, κι ύστερα μαθεύτηκε παντού, και το ΄πανε οι κούκοι στα βουνά και οι πέρδικες στα πλάγια, και από στόμα σε στόμα απόμεινε στον κόσμο να τραγουδιέται γενεές γενεών.

……     ………..

 

Ποια άλλη φυλή στόλισε τη ζωή της με τέτοια αμάραντα λουλούδια, σε ποια χώρα τραγουδούσανε και ψέλνανε όλοι απ΄ τον μικρό ως τον μεγάλο, που τεχνουργέψανε, σαν με κάποιο κοφτερό σμιλάρι, τέτοια τραγούδια παλικαρίσια, τέτοια ερωτικά, τέτοια νανουρίσματα, τέτοια μοιρολόγια, που να ραγίζει η γης από την πίκρα,

Π ο υ θ ε ν ά.

 

Φ. Κόντογλου

 

 

Οι δυο Νομπελίστες ποιητές μας Γ Σεφέρης και ο Ο. Ελύτης το 1963 και 1979 μετά την απονομή θέλοντας να τονίσουν την καταγωγή και τις ρίζες τους αναφέρθηκαν σε δυο Δ. Τραγούδια.

 

  1. Εγώ για το χατίρι σου τρείς βάρδιες είχα κάνει

είχα τον Ήλιο στα βουνά και τον αητό στους κάμπους

και τον βοριά τον δροσερό τον είχα στα καράβια

μα ο Ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός αποκοιμήθη

και τον βοριά τον δροσερό τον πήραν τα καράβια

και έτσι του δόθηκε ο καιρός του χάρου και σε πήρε.

 

  1. Κόκκινα χείλη φίλησα κι έβαψε το δικό μου

Και στο μαντήλι το συρα και έβαψε το μαντήλι

Και στο ποτάμι το πλυνα κι έβαψε το ποτάμι

Κι έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου

Κατέβηκε αιτός να πιεί νερό κι άβαψε τα φτερά του

Κι έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέραιο.

 

….     ……..

 

 

« Πήγαινε στα δημοτικά τραγούδια, στη δημοτική τέχνη, και στη χωριάτικη και στη λαική ζωή για να βρείς τη γλώσσα σου και την ψυχή σου. Με αυτά τα εφόδια αν έχεις μέσα σου ορμή και φύσημα θα πλάσεις ότι θέλεις : Παράδοση και Πολιτισμό και Αλήθεια και Φιλοσοφία…. »

 

Ιων   Δραγούμης

 

Η Δύναμη μας είναι η αγάπη μεταξύ μας.

 

ΝΟΣΤΟΣ

 

Τόπος ζεστός Τόπος Φωτεινός

Τόπος ωραίος   ο Τόπος της

Κουτσοχέρας

 

Τριαντάφυλλο Πρώιμο

Πράξη   Χάρισμα

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ

 

Μ - 37ο 47΄ 22΄΄ - Βόρεια

Π - 21ο 31΄ 39΄΄ - Ανατολικά

 

Από μελέτες που έχουν γίνει πιστεύετε ότι στα υψώματα που είναι τώρα κτισμένο το χωριό μας, στην αρχαιότητα υπήρχε η ιστορική πόλη Αλήσυον ή Αλησυαίον. Ήταν μια από τις οκτώ κυριότερες πόλεις της Πισάτιδος και πιθανόν η πρωτεύουσα της

Αμφιδολίδος και των Μαργάνων. Κτισμένη στο πιο ψηλό σημείο ( Αλησυοίο Κολώνη ) όπως ανφέρει ο Όμηρος. Από εκεί περνούσε η ορεινή οδός από την Αρχαία Ήλιδα στην Αρχαία Ολυμπία, και πήγαζε ο Αλήσυος ποταμός δυτικό τμήμα του Ενιπέως ( Καρατουλέικο ποτάμι ) . Η ορεινή οδός και η πιο σύντομη ΗΛΙΔΟΣ – Ολυμπίας πέρναγε από τη αρχαία Πύλο – Οινόι ( Κούλουλγι ) – Κουτσοχέρα

( Αλήσυο κολώνη όπου σήμερα είναι το Τρύπιο Λιθάρι ) - Μετόχι Αγ. Θεοδώρων – Καράτουλα – Ηράκλεια ( Μπρούμα ) - Πελόπιο ( Κριεκούκι ) - Πλάτανος - Κοιλάδα Κλαδέου - ΟΛΥΜΠΙΑ.

 

 

ΚΑΠΟΙΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑ

 

Αι Γιάννης – Αι Γιώργης – Αι Θόδωρος – Αι Λιάς – Άμπουλας – Άσπρος Βράχος – Αχεριάς – Βαθιαχούνη – Βάλτα – Γαιδούρι – Γκλιαβάς – Γαιδουρόλακα – Διαβολάλονο – Δέση - Δραμπάλα – Κότρες – Κουμαρόβρυση – Καλαμποκιές – Κατσικάς – Καμίνια – Κείνη Μεριά – Κιντέτι – Λάζια - Λαγκάδι – Λεύκος - Λίμνες – Λυκοσκάλι – Λυκουσίνα – Λουτράκι - Μάρμαρα – Μπούρας – Μετόχι – Μπούχα – Μισοζόνι – Μαστορολιά – Μερίδα – Μαλκάσα – Νίκα – Ντελικώστα – Ξερόλιμνα – Παλιούρια – Παλιόβρυση – Πλαστήρι – Πευκιώνα – Παλιάμπελα – Προιθέλα – Παλιόμυλος – Παπά Αλώνι – Ρικιά – Ρουμπιέκα – Σταρόλακα – Σεντούκι – Σιζιάς – Σιλικιά – Στενόλακα – Σαίτες – Σωτ Αλώνι – Τσούγκα – Τσέκα – Ταμπούρια – Τρύπιο Λιθάρι – Τσέπουρες – Τσελεπή.

 

 

 

 

Α΄   ΜΕΡΟΣ

 

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ

 

  1. Προφήτη Ηλία

 

Ο ένσαρκος άγγελος των προφητών η κρηπίς, ο δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας Χριστού, Ηλίας ο ένδοξος, άνωθεν καταπέμψας Ελισσαίου την χάριν, νόσους αποδιώκει και λεπρούς καθαρίζει διό και τοις τιμωσιν αυτου βρύει ιάματα.

 

 

  1. Αγίου – Γεωργίου

 

Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των ψυχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός βασιλέων υπέρμαχος, τροπαιοφόρε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθηναι τας ψυχάς ημων.

 

 

  1. Αγίων Θεοδώρων

 

Μεγάλα τα της πίστεως κατωρθώματα εν τη πηγή της φλογός, ως επί ύδατος αναπαύσεως, ο Άγιος μάρτυς Θεόδωρος ηγάλλετο πυρί γαρ ολοκαυτωθείς, ως άρτος ηδύς, τη Τριάδι προσύνεκται. Ταις αυτου ικεσίας, Χριστέ ο Θεός ελέησον ημας.

 

Β   ΜΕΡΟΣ

 

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ

 




ΑΙΤΟΣ


Ένας Αιτός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε και τσίμπαγε τα νύχια του μωρ- τα νυχάκια του τα νυχο-ποδαράκια του νύχια μου και νυχάκια μου και νυχο-ποδαράκια μου την πέρδικα που πιάσατε να μην την χαλάσατε.


ΑΙΓΙΩΤΙΣΣΑ


Από την πόρτα σου περνώ, ωραία Αιγιώτισσα και από τη γειτονιά σου, κόρη με τις ελιές και με τα μαύρα μάτια τι έχεις κι όλο κλαίς ακώ και σε μαλώνουνε ωραία Αιγιώτισσα η θεία και η μαμά σου κόρη με τις ελιές και με τα μαύρα μάτια τι έχεις κι όλο κλαίς αν σε μαλώνουνε για με ωραία Αιγιώτισσα να μην ξαναπεράσω κόρη με τις ελιές και με τα μαύρα μάτια τι έχεις κι όλο κλαίς θα πάρω αερόπλανο ωραία Αιγιώτισσα και θα ΄ρθω να σε πάρω κόρη με τις ελιές και με τα μαύρα μάτια τι έχεις κι όλο κλαίς.


ΣΗΚΩ ΔΙΜΑΝΤΩ


Σήκω Διαμάντω να πας για ξύλα δεν μπορώ η μάν΄ μου δεν μπορώ τρέξε να φέρεις το γιατρό Σήκω Διαμάντω να πας στο κτήμα δεν μπορώ η μάν΄ μου δεν μορώ έχω ζαλάδα στο μυαλό Σήκω Διαμάντω να σε παντρέψω Όπουτα η μάν΄μου όπουτα Κι όσα κι αν έχεις δώσμου τα

ΤΟΥΤΗ Η ΓΗ


Τούτη η γη που την πατούμε Όλοι μέσα θε να μπούμε Τούτη η γη με τα χορτάρια Τρώει νιούς και παλικάρια Τούτη θε να φάει και μένα Με τα φρύδια τα γραμμένα Και άμα λάχει και γλιτώσω Τούτη γη θε να σημώσω.

ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ Η ΜΑΝΑ


Του Κίτσου η μάνα κάθονταν Στην άκρη το ποτάμι Με το ποτάμι εκ\μάλωνε Και το πετροβολούσε Ποτάμι για λιγόστεψε Ποτάμι γύρνα πίσω Για να περάσω αντίπερα Στα κλέφτικα λιμέρια Πού ΄χουν οι κλέφτες σύναξη Κι όλοι οι καπεταναίοι Να πάω να ιδώ τον Κίτσο μου

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ


Στη μέση στα Καλάβρυτα Στον πλάτανο από κάτω Τρείς γέροντες καθόσαντε Και τρείς καπεταναίοι Ζαίμης και Πετιμεζάς Και ο Κολοκοτρώνης Συμβούλιο ακάνανε.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΚΙΣΩ ΤΑ ΒΟΥΝΑ


Θέλω να σκίσω τα βουνά με της ελιάς το φύλλο να βρω πουλάκι γρήγορο να σου το παραγγείλω στο ΄πα και στο παρήγγειλα στο λέω και μοναχός μου τα μαύρα ρούχα που φορείς είναι ο θάνατός μου τα μαύρα ρούχα που φορείς εγώ θα σου τα βγάλω θα σου φορέσω ολόασπρα και θα ΄ρθω να σε πάρω.

Η ΓΚΟΛΦΩ


Που ΄σουνα Γκόλφω καημένη Γκόλφω που ΄σουνα γκόλφω π΄ άργησες και νύχτωσες και βράδιασες τα αρνιά βελάζουν Γκόλφω φωνάζουν τα αρνιά βελάζουν στο μαντρί κι η Γκόλφω άργησε να ΄ρθει Ήμουνα πάνω καημένε Τάσο ήμουνα πάνω στο Χελμό να βρω τ΄ αθάνατο νερό.

Θ ΑΦΗΣΩ ΓΕΝΙΑ ΚΑΙ ΜΑΛΛΙΑ


Θα αφήσω γένια και μαλλιά Για να με λένε γέρο Το ντέρτι που ΄χω στην καρδιά Μονάχος μου το ξέρω γλεντάτε νέοι του ντουνιά γιατί ο καιρός διαβαίνει κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη πάλι δεν ξαναβγαίνει τα νιάτα έχουν γεράματα και δεν γυρίζουν πάλι ρωτά τε γεροντότερους που τα ΄χουν περασμένα.

ΠΕΡΑΣΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Πέρασε Παναγιώτα μου πέρασε ένα καλοκαίρι και δε μου στειλες χαμπέρι τι χαμπέρι Παναγιώτα μου τι χαμπέρι να σου στείλω που πιάσες καινούργιο φίλο κι αν έπιασα τον φίλο κι αν έπιασα τον φίλο φίλος είναι τον αφήνω.

ΠΟΥΛΑΚΙ ΞΕΝΟ


Πουλάκι ξένο ξενιτεμένο πουλί χαμένο που να σε βρω βραδιάζει η μέρα σκοτάδι πέφτει και δίχως ταίρι που να σταθώ που να φωλιάσω σε ξένο δάσος σε ξένο δάσος να μην χαθώ γυρίζω να βρω που να καθίσω να ξενυχτήσω το μοναχό κάθε κλαράκι βαστάει πουλάκι βαστάει πουλάκι ζευγαρωτό.

ΘΑΛΑΣΣΑΚΙ


Θάλασσα τους θαλασσινούς - θαλασσάκι μου μην τους θαλασσοδέρνεις -   θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου θάλασσα και αλμυρό νερό να τον ξεχάσω δεν μπορώ θάλασσα που τον έπνιξες - θαλασσάκι μου της κοπελιάς τον άντρα - θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου θάλασσα και αλμυρό νερό να τον ξεχάσω δεν μπορώ η κοπελιά είναι μικρή - θαλασσάκι μου και δεν της ΄παν τα μαύρα - θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου θάλασσα και αλμυρό νερό να τον ξεχάσω δεν μπορώ.

ΚΥΡΑ ΔΑΣΚΑΛΑ


Είμαστε ορκισμένα τα καημένα καμιά δεκαριά παιδιά – κυρά δασκάλα να πάρουμε τη δασκάλα να την πάμε στα νησιά – κυρά δασκάλα και κείνη δεν το δέχτει και της κόψαν τα μαλλιά – κυρά δασκάλα.

ΜΟΥ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΕ Τ΄ ΑΙΔΟΝΙ


Μου παρη – το χαιδεμένο μου μου παρήγγειλε τ΄ αιδόνι με το πετροχελιδόνι να του πλε - το χαιδεμένο μου να του πλέξω τη φωλιά του με τα χρυσοπούπουλα του του παρη - το χαιδεμένο μου του παρήγγειλα κι εγώ που ΄χω χρόνους τα το ιδώ.

ΣΓΟΥΡΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


Μάνα μ΄ σγουρός βασιλικός πλατύφυλλος και δροσερός μάνα μ΄ ποιος τον πότιζε και τον εκορφολόγιζε η αγάπη μου τον πότιζε και τον εδροσολόγιζε πέταξε κλώνους και κλωνιά και σκέπασε τη γειτονιά σκέπασε και μένα νε που μ΄ έχει η μάνα μου ένα νε και πήγα και τον πότισα και τον εκορφολόγισα και τα κορφολογίματα στα στέλνω χαιρετίσματα με του βοριά τα κύματα.

ΣΤΗΣ ΑΓΚΙΝΑΡΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΟ


Στης αγκινάρας τον ανθό έγειρα ν΄ αποκοιμηθώ μα δ΄ έγειρα δε πλάγιασα ούτε τον ύπνο χόρτασα και ακώ μιας πέρδικας λαλιά που το λεγε βραχνά – βραχνά το τι έχεις πέρδικα και κλαίς και αναστενάζεις και δε λες θέλω να πάω στα άγρια βουνά κλαίω δεν έχω συντροφιά έλα κοντά μου πλάγιασε μικρό μου και μη σκίζεσαι.

ΒΑΛΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΚΑΘΙΑ


Βάλτους και αγκάθια πάτησα Βασίλω αμάν Βασίλω όσπου να σ΄ αγαπήσω και τώρα που σ΄ αγάπησα – βασίλω μου λένε να σ΄ αφήσω τι θέλεις να σου στείλω γιαλί και χτένι στείλε μου πώς να σε λησμονήσω.

ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ


Κάτω στην άκρη του γιαλού, μια κόρη βγήκε από βραδιού στα ολόλευκα ντυμένη, τον καλό της περιμένει και με τη θάλασσα ομιλεί, πάψε τα πείσματα σου τρελή όσπου να ΄ρθει ο καλός μου, τα ματάκια και το φως μου μου ΄παν πως θα ΄ρθει σήμερα, τον περιμένω σίγουρα.

ΓΑΛΑΖΙΑ ΠΟΥ ΝΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Γαλάζια που ναι η θάλασσα, μελαχρινό ειν΄το κύμα σε αγαπώ δεν είναι κρίμα θυμάσαι που σε φίλησα, μεσ΄ τα αμπέλι στη σταφίδα σε αγαπώ δεν είναι κρίμα και βάλαμε και μάρτυρες, μια βεργούλα κι ένα κλίμα σε αγαπώ δεν είναι κρίμα τώρα τα φύλλα πέσανε, το σταφύλι ξερογιάστη η αγάπη αρραβωνιάστη.

ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΩ   ΜΑΝΟΥΛΑ


Να αναστενάξω μανούλα δεν μ΄ ακούς να κλάψω δεν με βλέπεις να στείλω γράμμα για να ρθείς τα έξοδα δεν έχω κλάψε με μάνα κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι και την αυγούλα με δροσιά όσο να ξημερώσει που παν τα ελάφια για βοσκή κι οι όμορφες στη βρύση κλαψε με μάνα κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι

ΜΗ ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙΣ ΜΑΝΑ ΣΤΗ ΑΜΕΡΙΚΗ


Μη με στέλνει μάνα στην Αμερική γιατί θα μαραζώσω και θα μείνω εκαί δολάρια δεν θέλω πώς να σου το πω κάλλιο ψωμί κρεμύδι και αυτόν ναι που αγαπώ αγαπώ μανούλα κάποιον στο χωριό όμορφο λεβέντη και μοναχογιό μ΄ έχει φιλημένη κάτω στις ρεματιές κι αγκαλισμένη κάτω στις ιτιές.

ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ μάνα μ΄ έδιωχνε από τ΄ αρχοντικό μας κι ο πατέρας μου κι αυτός μου λέει να φύγω φεύγω κλαίγοντας με την καρδιά κρατώντας βρίσκω ένα δεντρί, βρίσκω ΄να κυπαρίσσι δέξου με δεντρί, δέξου με κυπαρίσσι που ΄ναι οι ρίζες σου να δέσω τ΄ άλογο μου που ΄ναι οι κλώνοι σου, να δέσω τ΄ άρματα μου.

ΟΛΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ


Όλα τα πουλάκια ζυγά – ζυγά τα χελιδονάκια ζευγαρωτά το ΄ρημο τα΄ αιδόνι το μοναχό περπατεί στους κάμπους με τον αιτό περπατεί και λέει και κελαηδεί άντρας μου πολίτης πραματευτής πες΄ μου που τη βρήκες αυτή τη νιά τη ξανθομαλούσα την πατρινιά απ΄ την Πάτρα ΄ρχόμουνα και από τα νησιά κι από τη γειτονιά της πέρασα τα βασιλικά της πότιζε και τις ματζουράνες δρόσιζε της ζήτησα κλωνάρι και μου δωσε της είπα και ένα λόγο της άρεσε.

ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΝΑΙ Η ΝΥΦΗ ΜΑΣ


Ωραία που ΄ναι η νύφη μας, ωραία τα προικιά της ωραία και η παρέα της, που κάνει τη χαρά της ένα τραγούδι θα σας πω, απάνω στο κεράσι το αντρόγυνο που γίνεται, να ζήσει να γεράσει ένα τραγούδι θα σας πω, απάνω στη δεκάρα να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός, κουμπάρος και κουμπάρα ένα τραγούδι θα σας πω, απάνω στο λεμόνι να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός, κι οι συμπεθέροι όλοι ένα τραγούδι θα σας πω, απάνω στο ρεβίθι χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν την νύφη.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ ΜΟΥ


Σιγά – σιγά Παρασκευούλα μου σιγά – σιγά που περπατάς και τη μεσούλα σου κουνάς κάνεις τους νιούς παρασκευούλα μου κάνεις τους νιούς να χαίρονται τους γέρους να μαραίνονται κάνεις και με παρασκευούλα μου κάνεις κι εμένα τ΄ ορφανό μαχαίρι παίρνω να σφαγώ.

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΕΠΕΘΥΜΗΣΑ


Την αγάπη μου την επεθύμησα κι έστειλα να ΄ρθει το βράδυ μα δε μου ΄κανε τη χάρη μου βρε αφορμή πως ήταν άρρωστη άρρωστη βαριά στο στρώμα που θα τη φάει το χώμα μου ΄ρθε το πρωί τ΄ αγγελικό κορμί μα ΄ρθε κι ένα μεσημέρι και δε μου δωσε το χέρι.

ΤΩΡΑ ΤΟ ΚΟΝΤΟΒΡΑΔΟ


Τώρα το κοντόβραδο, να τραγουδήσω θέλω άιντε που ροβολάνε οι όμορφες απ΄ τα βουνά ιδρωμένες κι άλλες πεινάν κι άλλες διψάν κι άλλες παντρειά γυρεύουν άιντε και μια νερατζομάγουλη μια νερατζοφιλημένη ρίχνει τη σκέπη χαμηλά και το τσεμπέρι δίπλα να μην φανεί το φίλημα που είναι φιλημένη.

ΛΑΛΑ ΤΟ ΑΙΔΟΝΙ


Λάλα το Αιδόνι λάλα το, σε όλα τα περιβάλια και στο δικό μου το μπαξέ, Αιδόνι μη λαλήσεις γιατί είναι ο γυιός μου άρρωστος, βαριά για να πεθάνει του παραστέκουν οι γιατροί, με γιατρικά στα χέρια.

ΤΑΞΕ ΜΑΝΟΥΛΑ ΤΑΜΑΤΑ


Τάξε μανούλα τάματα τάξε κερί στον Αι – Λιά και φλουριά στην Άγια Λαύρα να με φυλάει το φτωχό εδώ στα ξένα που είμαι ………………………..

ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΑ


Πέταξε περδικούλα μου πέταξε πέρδικα μου πέταξε απ΄ τα έλατα κι έλα στην αγκαλιά μου σου έχω μόσχο να λουστείς κρεβάτι να κοιμάσαι πέτα γλυκιά μου πέρδικα πέτα και δεν θα χάσεις κρεβάτι έχω τα έλατα και σκέπασμα τα χιόνια πέταξε περδικούλα μου θα σ΄ αγαπώ αιώνια

ΕΝΥΣΤΑΞΑ ΡΕ ΞΑΔΕΡΦΕ


Ενύσταξα ρε ξάδερφε θα γύρω να πλαγιάσω κι εσύ κάτσε κι αγνάντευε κατά την παλιοβούνα να μην περάσει ο Τσαμαδός με τους μπουλουμπασέους κι έχω κουβέντα να τους πώ.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΙ ΑΝ ΧΑΘΟΥΝ


Όλοι οι κλέφτες κι αν χαθούν κι όλοι οι καπεταναίοι κι εσύ ρε Μουλτοζέρδεβα ποτέ να μην πεθάνεις να ζήσεις χρόνους εκατό και μήνες πεντακόσιους να κατεβείς στις Αχαιές

ΧΡΥΣΑ ΜΑΝΤΗΛΙΑ


Χρυσά μαντήλια βγάλανε Να μάτια να σφουγκάνε …………………………

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΙ


Τριανταφυλλάκι θα γινώ μες΄ τα βασιλικά σου για σου αγαπούλα μου για σου τα με δροσολογίζουνε τα χέρια τα δικά σου για σου αγαπούλα μου για σου τόσο καιρό στην ξενιτιά δε μου στειλες να γράμμα παλιά μου φιλενάδα με ποιόν να σου το στέλνα στη ξενιτιά το γράμμα παλιά μου φιλενάδα με τ΄ αστεράκια της αυγής να μου στέλνες το γράμμα παλιά μου φιλενάδα.

ΜΙΑ ΑΥΓΟΥΛΑ


Μια Αυγούλα Σταυρούλα θε να σηκωθώ να μπώ σε περιβόλι να κόψω Σταυρούλα μήλο της μηλιάς κυδώνι της αγάπης να κόψω Σταυρούλα κι ένα αγιόκλιμα να παίζω το γιογκάρι γιογκάρι για δε βαρείς καλά για δε βαρείς γιομάτα.

ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ


Βαρέθηκα μανούλα μου, με αυτόν τον νωματάρχη κάθε μερούλα σπίτι μας, και μες΄ τα΄ αρχοντικό μας μέρα και νύχτα σπίτι μας, και κάθε μεσημέρι με το μπουζούκι παίζοντας, το νταμπουρά βαρόντας κι όλο με συχνορώταγε, κι όλο συχνορωτούσε πότε θα γίνει ο γάμος μας, πότε η χαρά μας το Μάη θα γίνει ο γάμος μας, το θεριστή η χαρά μας και το Δεκαπενταύγουστο, της Παναγιάς περνώντας τότε σ΄ αφήνω το έχε για.

ΓΡΗΓΟΡΑ ΝΑ ΡΘΕΙΣ ΑΝΟΙΞΗ


Γρήγορα να ρθεις Άνοιξη κι όμορφο καλοκαίρι να βγεί η Φροσύνη στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσει να πιεί νερό από το μακρινό και απ΄τους Αγιο-Θεοδώρους να πιεί νερό να βρεί γιατριά να ροδοκοκκινίσει.

ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ


Πατέρα μας μεγάλωσες με πίκρες και με πόνους και τώρα που μας πάντρεψες μας έκανες γειτόνους και αυτά τα παλιό χώραφα μας τα χεις μπερδεμενα.

ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΥΟΒΡΥΣΗ


Στη βρύση στην κρυόβρυση, που ναι το κρυονέρι μια βλαχοπούλα πήγαινε, με το σταμνί στο χέρι τη βλάχα την αντάμωσε, ένα παλικαράκι και τ΄ όνομα της ρώτησε, της πιάνει το χεράκι βγάλε καλέ βλαχούλα μου, το άσπρο σου μαντήλι για να σου δώσω ένα φιλί, στα ρόδινα σου χείλη σύρε λεβέντη μου στο καλό, και άσε με να γιομίσω την Κυριακή παντρεύομαι, τον άντρα μου θα φιλήσω.

ΒΑΡΚΟΥΛΑ ΕΡΧΕΤΑΙ


Βαρκούλα έρχεται κι απ΄τη Χιό φέρνει μέσα Χιότισες δασκάλες και Πυργιώτισες ………………………..

ΕΔΩ ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ


Εδώ σε τούτο το χωριό μια μαυρομάτα αγαπώ κι όταν στη βρύση κατεβαίνει νιούς και γέρους τους τρελαίνει και εγώ στη βρύση καρτερώ να ρθούν τα μάτια που αγαπώ.

ΣΕ ΩΡΑΙΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ


Σε ωραί – μαύρα γλαρά μου μάτια σε ωραίο περιβόλι αγαπώ και κείνο κλαίει της μανούλας του το λέει χελιδόνι μου ν΄ απέχεις γιατί διαφορά δεν έχεις πως ν΄ απέχω το καημένο που ΄χω την καρδιά δοσμένο πως ν΄ απέχω απ΄ την αγάπη που ΄χασα πολλά για δαύτη.

ΝΑ ΧΑ ΝΕΡΑΝΤΖΙ


Να χα νεράντζι να ριχνα, στο πέρα παραθύρι να τσάκιζα το μαστραπά, που χει το μόσχο μέσα το μόσχο το γαρύφαλλο, και το μακεδονήσι ( για σε το λέω αγάπη μου που σαι στο παραθύρι ) το μαντηλάκι που κεντάς, εμένα να το στείλεις να μην το στείλεις μοναχό, παρά με την αγάπη και κείνη το παράκουσε, και μοναχό το στέλνει τα δάκρυα μου εσκούπισα, και το κρυφορωτάω για πές μου μαντηλάκι μου, αν μ΄ αγαπά η κυρά σου ( όταν σε συλογίζεται, κι όταν σε φέρνει ο νούς της Σαν θάλασσα βουρλίζεται, σαν κύμα δέρνει ο νούς της ).

ΣΤΟ ΠΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΑ


Στο πα και στο – Βασίλω μου στο πα και στο παρήγγειλα και μες΄το γράμμα το γράψα να πας Βάσω να παντρευτείς κι εμένα μη με καρτερείς εμένα με μαγέψανε στα ξένα με παντρέψανε μου δώσανε μια μάγισσα που μάγευε τη θάλασσα και μάγεψε κι εμένα νε για να αρνηθώ εσένα νε γίνε Βασίλω σταυραετός κι έλα στον πόνο μου γιατρός.

Η ΑΚΡΟΠΕΛΑΓΙΑ


Αυτή την ακροπελαγιά, θέλω να σεργιανίσω και το κορίτσι του παπά θέλω να το φιλήσω νύχτα ΄ταν που το φίλησα, ποιος ήταν ποιος μα είδε μας είδε τ΄άστρο της αυγής, και το λαμπό φεγγάρι άστρι μην είπες τίποτα, και συ λαμπό φεγγάρι.

Η ΜΑΥΡΙΔΕΡΟΥΛΑ


Τ΄ ακούς μωρέ – τ΄ ακούς μαυριδερούλα μου τι λένε για σε μικρούλα μου λένε να σε σκοτώσουνε να σε μαχαιροκόψουνε μη σφάζεσαι λεβέντη μου και γω σε κάνω ταίρι μου.

ΑΜΠΕΛΙ ΜΟΥ ΠΛΑΤΥΦΥΛΛΟ


Αμπέλι μου πλατύφυλλο, και κοντοκλαδεμένο αμάν τη θάλασσα, κοντούλα και γεμάτη δε σ΄ αγκάλιασα για δεν ανθείς, για δεν καρπείς, σταφύλια για δεν βγάζεις μα τον ουρανό αμάν κοντούλα και γεμάτη δε σε λησμονώ μου χάλασες παλιάμπελο, και γω θα σε πουλήσω μη με πουλάς αφέντη μου, και γω σε ξεχρεώνω για βάλε νιούς και σκάψε με, γέρους και κλάδεψε με μα τη θάλασσα, κοντούλα και γεμάτη δε σ΄ αγκάλιασα.

ΣΑΡΑΝΤΑΠΕΝΤΕ ΚΥΡΙΑΚΕΣ


Σαρανταπέντε Κυριακές, κι εξήντα δυο Δευτέρες δεν είδα την αγάπη μου, να είναι στολισμένη παρ΄ είδα τα ματάκια της, να είναι δακρυσμένα για πες΄ μας ποιος σε μάλωσε,και είσαι πικραμένη και ψες την είδα στο χορό, στ΄ αλώνι να χορεύει με δυο μαντήλια στο λαιμό, και τέσσερα στα χέρια και με το μάτι νόημα, και με τα χείλη λέει που ήσουν εψές λεβέντη μου, που ήσουν προψές το βράδυ εψέ ήμουν στη μάνα μου, προψές στην αδερφή μου και απόψε ήρθα να σε ιδώ, να σε σφιχταγκαλιάσω.